Υπερπληθωρισμός: Η περίπτωση της Ζιμπάμπουε και οι λόγοι της οικονομικής κατάρρευσης

Ζιμπάμπουε

Στο βιβλίο μας “Modernising Money», δείχνουμε ότι από τις μελέτες των περιπτώσεων της Ζιμπάμπουε και της Βαϊμάρης εξήχθησαν τα λάθος διδάγματα. Η ανάλυση που ακολουθεί βασίζεται στο προαναφερθέν βιβλίο:

Αφού κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1980, η Ζιμπάμπουε βρήκε το δρόμο προς την ευημερία, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ της τάξης του 4,3 τοις εκατό. Για περίπου δύο δεκαετίες γνώρισε πορεία σταθερής ανάπτυξης, η οποία διακόπηκε μόνο περιστασιακά. Η χώρα είναι προικισμένη με πλούσια αποθέματα  πόρων και ορυκτών, αφού διαθέτει τεράστια κοιτάσματα διαμαντιών, χρυσού, νικελίου, σιδήρου, λευκόχρυσου, άνθρακα και άλλων φυσικών προϊόντων. Σε σύγκριση με άλλες χώρες της Αφρικής, είχε μια εκλεπτυσμένη βιομηχανία παραγωγής υφασμάτων, τσιμέντου, χημικών, χάλυβα, ξύλου και άλλων προϊόντων.

Η γεωργική παραγωγή, ο στυλοβάτης της οικονομίας της, υποστηρίζεται από 10.747 φράγματα (από τα συνολικά 12.430 φράγματα νερού που υπάρχουν σε ολόκληρη την περιοχή της Νότιας Αφρικής) (Sugunan, 1997). Η καπνοβιομηχανία ήταν για την Ζιμπάμπουε η πιο επιτυχημένη μηχανή παραγωγής ξένου συναλλάγματος, κερδίζοντας περίπου  600  εκατομμύρια USD το 2000. Η Ζιμπάμπουε ήταν επίσης ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός. Ίσως όμως ο πιο καίριας σημασίας τομέας για τη Ζιμπάμπουε ήταν ο ισχυρός τραπεζικός τομέας της και η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, το οποίο «επέτρεπε στους ιδιοκτήτες να χρησιμοποιούν τα ιδία κεφάλαια τους στη γη για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων ή την επέκταση των παλαιών» (Richardson, 2005, σελ. 1).

Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η οικονομική πρόοδος της Ζιμπάμπουε σταμάτησε και η οικονομία της χώρας εισήλθε σε φάση ύφεσης. Τι προκάλεσε αυτή τη μεταστροφή; Οι συχνά απλοϊκές αναφορές των μέσων ενημέρωσης υπαινίσσονταν ότι η κοπή νέου χρήματος ήταν αυτή που οδήγησε τη Ζιμπάμπουε στην οικονομική κατάρρευση. Ωστόσο, στην πραγματικότητα η οικονομική κατάρρευση ήρθε πρώτη, και η μαζική εκτύπωση  χρήματος αποτέλεσε συνέπεια αυτής.

Ο πρόεδρος της Ζιμπάμπουε, Ρόμπερτ Μουγκάμπε (Robert Mugabe), και άλλα μέλη του κυβερνώντος κόμματος ZANU-PF, ήταν πρόθυμοι να κατηγορήσουν την  συνεχόμενη  ξηρασία και τις συντομευμένες κυρώσεις των δυτικών χωρών ως αίτια της οικονομική παρακμής. Ωστόσο, αυτοί οι ισχυρισμοί είναι εύκολα διαψεύσιμες: οι κυρώσεις στους υψηλόβαθμους αξιωματούχους της κυβέρνησης τέθηκαν σε ισχύ μόλις το 2002. Η εμπειρική έρευνα θέτει εν αμφιβόλων επίσης τον ισχυρισμό ότι ευθυνόταν η ξηρασία για την οικονομική παρακμή: «Η ιστορικά στενή σχέση μεταξύ της βροχόπτωσης και της αύξησης του ΑΕΠ διεκόπη το 2000 – τα πρώτα χρόνια μετά τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις» (Coltart, 2008, σελ. 10).

Ποιοι ήταν λοιπόν οι πραγματικοί λόγοι για την οικονομική πτώση της Ζιμπάμπουε; Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, σε περίπου 4.500 λευκές οικογένειες ανήκαν τα περισσότερα από τα εμπορικά αγροκτήματα, που απασχολούσαν 350.000 έγχρωμους εργαζόμενους και συχνά παρείχαν χρηματοοικονομική υποστήριξη στις τοπικές υποδομές, τα νοσοκομεία και τα σχολεία. Ταυτόχρονα 8.500 περίπου έγχρωμοι αγρότες, που κατείχαν μικρής κλίμακας εμπορικές εκμεταλλεύσεις, ήταν σε θέση να έχουν πρόσβαση σε πιστώσεις προερχόμενες από τις τράπεζες της Ζιμπάμπουε και συνέβαλλαν ζωτικά στη γεωργική παραγωγή (Richardson, 2005). Ωστόσο, η επικράτηση των λευκών αγροτών στη γεωργική παραγωγή – που συχνά θεωρήθηκε ως κληρονομιά του καθεστώς της αποικιοκρατίας – πυροδότησε αρνητικά συναισθήματα  και τροφοδότησε αντιδράσεις  από τον Μουγκάμπε και άλλους που αιτούνταν να επιστρέψουν τα εύφορα «κλεμμένα εδάφη» στο έγχρωμους πολίτες της Ζιμπάμπουε (Hill, 2003, σελ 102) .

Παρ ‘όλα αυτά, οι συγκρούσεις αυτές δεν περιόρισαν την οικονομική ανάπτυξη μέχρι τη στιγμή που η ρητορική τέθηκε σε εφαρμογή. Το «σημείο χωρίς επιστροφή», σύμφωνα με Coltart (2008), έλαβε χώρα το 1997 με τρεις κρίσιμες εξελίξεις. Η πρώτη ήταν ότι οι βετεράνοι του πολέμου, οι οποίοι είχαν πάρει μέρος στον αγώνα για την ανεξαρτησία και ήταν παραδοσιακά πιστοί στο κόμμα του ZANU-PF, δυσαρεστούνταν όλο και περισσότερο με τον αυξανόμενο πλούτο της άρχουσας ελίτ και άρχισαν να απαιτούν ένα μεγαλύτερο μερίδιο του πλούτου αυτού. Σε απάντηση, ο Μουγκάμπε δεσμεύτηκε να αυξήσει τις συντάξεις καθώς και να προβεί και σε άλλες μορφές παροχών. Η δεύτερη εξέλιξη αφορούσε την απόφαση του Μουγκάμπε να διατάξει μια δαπανηρή ανάπτυξη του στρατού της Ζιμπάμπουε στη Δημοκρατία του Κονγκό (η οποία διήρκεσε μέχρι το 2003), προκειμένου να στηρίξει το καθεστώς του Λοραίν Καμπίλα (Laurent Kabila), ώστε να προστατεύσει τις επενδύσεις εξόρυξης στις οποίες είχαν δραστηριοποιηθεί τα μέλη της άρχουσας ελίτ της Ζιμπάμπουε. Η τρίτη εξέλιξη  και ίσως η πιο κρίσιμη, είναι ότι η κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε τελικά άρχισε να κάνει πράξη τις απειλές της να κατάσχει τεράστιες εκτάσεις γης από εμπορικές αγροτικές μονάδες που ανήκαν σε λευκούς.

Ενώ οι δύο πρώτες εξελίξεις οδήγησαν σε αύξηση των κρατικών δαπανών, η τρίτη μείωσε την παραγωγή και τις εξαγωγές, που με τη σειρά τους μείωσαν τα φορολογικά έσοδα. Αυτή η αύξηση των κρατικών δαπανών και η πτώση των κρατικών εσόδων ήταν «η αρχή του καθοδικού φαύλου κύκλου της οικονομίας της Ζιμπάμπουε». Η επίδραση της αγροτικής μεταρρύθμισης ήταν πολλαπλή. Πρώτον, οι ξένοι επενδυτές τράπηκαν σε φυγή, φοβούμενοι ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία θα μπορούσαν να κατασχεθούν ανά πάσα στιγμή. Μέχρι το 2001 οι άμεσες ξένες επενδύσεις στη Ζιμπάμπουε έπεσαν στο μηδέν, ενώ το ασφάλιστρο κινδύνου της Παγκόσμιας Τράπεζας για τις ξένες επενδύσεις αυξήθηκε από 4% σε 20%. Δεύτερον, η κατάργηση των τίτλων ιδιοκτησίας γης αφαίρεσαν μια σημαντική πηγή εγγυήσεων έναντι των τραπεζικών δανείων. Ως αποτέλεσμα στέρεψαν οι ροές δανεισμού προς τους αγρότες και οι επενδύσεις στη γεωργία μειώθηκαν κατακόρυφα. Τρίτον, οι γεωργοί οι οποίοι εκδιώχθηκαν [από την παραγωγική διαδικασία] βρέθηκαν σε αδυναμία να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Αυτό, σε συνδυασμό με την απώλεια εσόδων από τα αγροτικά δάνεια, οδήγησε δεκάδες τράπεζες στην κατάρρευση, με τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις για τον επιχειρηματικό κόσμο της Ζιμπάμπουε. Τέταρτον, η αναδιανομή της γης, παρόλο που υποτίθεται ότι θα ωφελούσε τα φτωχότερα στρώματα της Ζιμπάμπουε, στην πραγματικότητα ωφέλησε σε μεγάλο βαθμό την άρχουσα ελίτ που προνομιακά επέλεξε τα πιο εύφορα καλλιεργήσιμα εδάφη. Με τις αγροτικές επιχειρήσεις να εγκαταλείπουν τη Ζιμπάμπουε, οι αποδόσεις των καλλιεργειών συρρικνώθηκαν και ακολούθησε περίοδος πείνας. Πέμπτον, οι τιμές της γης κατέρρευσαν, λόγω της αφαίρεσης των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, και μαζί με αυτές κατέρρευσε ένα μεγάλο μέρος του πλούτου της Ζιμπάμπουε.

Με μια τόσο μεγάλη απώλεια στην παραγωγή, τα φορολογικά έσοδα μειώθηκαν δραματικά. Σε συνδυασμό με την αύξηση των δαπανών, ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης τέθηκε υπό σοβαρή πίεση. Αυτή η κατάσταση επιδεινώθηκε το 2001, όταν η κυβέρνηση βρέθηκε σε αδυναμία εξυπηρέτησης του δανείου της έναντι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Η συνέχεια αύριο στο επόμενο μέρος με την απάντηση του ΔΝΤ και το τελευταίο μέρος της περίπτωσης της Ζιμπάμπουε …

Πηγή:

Η δημοσίευση είναι μετάφραση από το άρθρο με τίτλο: «Hyperinflation: How the Wrong Lessons were Learned from Weimar and Zimbabwe (A History of QE for people Part 2 of 8)», από τον Frank Van Lerven και δημοσιεύτηκε στο positivemoney.org στις 4 Δεκεμβρίου 2015. Οι πηγές αναφοράς του αυθεντικού κειμένου υπάρχουν στο τέλος του αρχικού άρθρου. Θα παρατεθούν επίσης στο τέλος του δεύτερου άρθρου της μετάφρασης.

Σχετικά (ενδεικτικά):

  •  
  •  
  •