Υπερπληθωρισμός: Η περίπτωση της Βαϊμάρης και η έκδοση χρήματος από ιδιώτες

Ο υπερπληθωρισμός στην Γερμανία του 1923, επίσης χρησιμοποιείται ως τυπικό  παράδειγμα σχετικά με τους κινδύνους που εγκυμονεί η δημιουργία χρήματος από τις κυβερνήσεις. Μία πρόσφατη εργασία από τους οικονομολόγους του ΔΝΤ κατακερματίζει αυτή τη συνηθισμένη ερμηνεία των γεγονότων:

«Ο πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας (της Reichsbank) εκείνη την εποχή, ο Hjalmar Schacht, άνοιξε τον δρόμο για την καταγραφή των πραγματικών αιτίων των γεγονότων… Συγκεκριμένα, το Μάη του 1922 οι Σύμμαχοι επέμειναν στην παραχώρηση του ελέγχου της Reichsbank σε ιδιώτες. Αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα στην συνέχεια επέτρεψε στις ιδιωτικές τράπεζες να εκδώσουν τεράστιες ποσότητες χρήματος, μέχρι το σημείο η μισή ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος να είναι χρήμα από ιδιωτικές τράπεζες, το οποίο η Reichsbank αντάλλασσε εύκολα για μάρκα του Ράιχ (Reichsmark) επί τη εμφανίσει.

Η ιδιωτική Reichsbank επέτρεψε επίσης στους κερδοσκόπους να ακολουθούν την πρακτική της ανοιχτής πώλησης νομίσματος, το οποίο ήταν ήδη υπό σοβαρή πίεση λόγω του συνεχιζόμενου προβλήματος της πληρωμής των [πολύ υψηλών] επανορθώσεων, όπως υπογραμμίστηκε και από τον Keynes (1929). Το έπραξε αυτό με τη χορήγηση γενναιόδωρων δανείων σε Reichsmark προς τους κερδοσκόπους, τα οποία θα μπορούσαν να τα ανταλλάξουν με ξένο νόμισμα όταν οι προθεσμιακές πωλήσεις σε Reichsmark έφταναν στην περίοδο ωρίμασης.

Όταν διορίστηκε ο Schacht, στα τέλη του 1923, σταμάτησε τη μετατροπή ιδιωτικών χρηματικών ποσών σε Reichsmark, σταμάτησε να χορηγεί δάνεια σε Reichsmark και επιπλέον έκανε το νέο μάρκο, το Rentenmark μη μετατρέψιμο έναντι  ξένων νομισμάτων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι κερδοσκόποι συνθλίφτηκαν και ο υπερπληθωρισμός σταμάτησε. Περαιτέρω στήριξη για το νόμισμα ήρθε από το σχέδιο Dawes, που μείωσε σημαντικά τις εξωπραγματικά υψηλές πληρωμές των επανορθώσεων».

Οι συντάκτες της εργασίας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «επομένως ξεκάθαρα για αυτό το επεισόδιο δεν μπορεί να κατηγορηθεί η υπερβολική εκτύπωση χρήματος από την κρατικά ελεγχόμενη κεντρική τράπεζα, αλλά μάλλον ένας συνδυασμός από υπερβολικά υψηλές απαιτήσεις για πληρωμή αποζημιώσεων από την μια και μαζική δημιουργία χρήματος από ιδιώτες κερδοσκόπους από την άλλη, με τη υποστήριξη  και την υποκίνηση μιας ιδιωτικής κεντρικής τράπεζας».

Συμπεράσματα

Η εμπειρική πραγματικότητα, τόσο κατά την εξέταση των ποσοτικών δεδομένων όσο και των ποιοτικών περιγραφών του τι πραγματικά συμβαίνει σε περιπτώσεις υπερπληθωρισμού, δείχνει ότι αυτές δεν είναι αποτέλεσμα της κατάχρησης της διαδικασίας δημιουργίας χρήματος από ευνομούμενα κράτη.

Πράγματι, η μελέτη της περίπτωσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δείχνει ότι δεν ήταν καν η δημιουργία χρήματος από το κράτος, αλλά η δημιουργία χρήματος από τις ιδιωτικές τράπεζες που προκάλεσε τον υπερπληθωρισμό.

Τα διδάγματα από τις παραπάνω μελέτες δείχνουν ότι γεγονότα υπερπληθωρισμού δεν συμβαίνουν απλά λόγω μιας αύξησης στην ποσότητα χρήματος. Πράγματι, ο ιδιωτικός τραπεζικός τομέας στο Ηνωμένο Βασίλειο υπερδιπλασιάσε την ποσότητα χρήματος την περίοδο 1997-2007 και δεν ζήσαμε την εμπειρία του υπερπληθωρισμού. Ο υπερπληθωρισμός στη Γερμανία και τη Ζιμπάμπουε ακολούθησε χρονικά μια θεμελιώδη κατάρρευση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας, η οποία ήταν η πηγή των πληθωριστικών πιέσεων.

Και στις δύο περιπτώσεις, η οικονομία κατέρρευσε και η κυβέρνηση δεν μπορούσε να ενεργοποιήσει πόρους μέσω της φορολογίας για τη χρηματοδότηση των δαπανών της. Όπως συνέβη και στη Ζιμπάμπουε, απελπισμένη για εύρεση κεφαλαίων, η κυβέρνηση κατέφυγε στη χρηματοδότηση των δαπανών της μέσω της δημιουργίας χρήματος. Συνεπώς ο υπερπληθωρισμός δεν ήταν συνέπεια της νομισματικής πολιτικής αλλά σύμπτωμα ενός κράτους που είχε χάσει τον έλεγχο της φορολογικής του βάσης.

Και οι δύο οι μελέτες, αυτή της Βαϊμάρης και αυτή της Ζιμπάμπουε, δείχνουν ότι υπάρχει κίνδυνος όταν εκείνοι που έχουν τη δύναμη να δημιουργήσουν χρήματα μπορούν επίσης και να επωφεληθούν από τη δημιουργία αυτή. Αυτός είναι ο λόγος που προτάσεις, όπως η «Κυρίαρχη Δημιουργία χρήματος» (Sovereign Money creation) ή τα «χρήματα από το ελικόπτερο» (Helicopter Money) τονίζουν τη σημασία ύπαρξης ενός αυστηρού διαχωρισμού των εξουσιών, καθώς και των κατάλληλων θεσμικών ελέγχων και ισορροπιών.

Σε αυτές τις προτάσεις, οι εκλεγμένοι πολιτικοί θα αποφασίζουν πώς θα χρησιμοποιήσουν τη νέα ποσότητα χρήματος, ενώ οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών-μελών θα αποφασίσουν ποια θα είναι η ποσότητα χρήματος που θα δημιουργηθεί. Αυτός ο διαχωρισμός των εξουσιών θα απέτρεπε τους πολιτικούς από το να έχουν τον άμεσο έλεγχο επί της δημιουργίας χρήματος, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο οι πολιτικές πιέσεις να οδηγήσουν τις κυβερνήσεις σε κατάχρηση αυτής της εξουσίας. Ομοίως, η διαδικασία αυτή έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε οι διοικητικές αρχές της κεντρικής τράπεζας να μην έχουν λόγο στον τρόπο διαχείρισης του δημόσιου χρήματος.

Με βάση αυτή τη θεσμική δομή, δεν υπάρχει κίνδυνος επανάληψης των καταστροφών της Βαϊμάρης ή της Ζιμπάμπουε, δεδομένου ότι οι αποφάσεις για τις αλλαγές του επιπέδου  αποθέματος χρήματος θα γίνεται όχι από ψηφοθήρες πολιτικούς, αλλά από έναν ανεξάρτητο φορέα της κεντρικής τράπεζας (πχ. την Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής). Για να αποφασίσει πόσο νέο χρήμα θα πρέπει να χορηγηθεί στην οικονομία η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να εξετάσει τις ανάγκες της οικονομίας, καθώς και την εντολή για διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά και σταθερά επίπεδα. Από τη στιγμή που οι δείκτες συμβουλεύουν ότι το επίπεδο της δημιουργίας χρήματος γίνεται υπερβολικό (δηλαδή αν ο πληθωρισμός αρχίσει να υπερβαίνει το 2%), τότε η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να επέμβει επιβραδύνοντας το ρυθμό ή παγώνοντας  τη δημιουργία νέου χρήματος.

Πηγή:

Η δημοσίευση είναι μετάφραση από το άρθρο με τίτλο: «Hyperinflation: How the Wrong Lessons were Learned from Weimar and Zimbabwe (A History of QE for people Part 2 of 8)», από τον Frank Van Lerven και δημοσιεύτηκε στο positivemoney.org στις 4 Δεκεμβρίου 2015.

References (Πηγές αναφοράς του αυθεντικού κειμένου):

  • Cagen, P. (1956). The Monetary Dynamics of Hyperinflation. In: M. Fried­man. (1956).Studies in the Quantity Theory of Money. Chicago: University of Chicago Press.
  • Coltart, D. (2008). A Decade of Suffering in Zimbabwe. Economic Collapse and Political Repression under Robert Mugabe. Economic Develop­ment Bulletin, March 24th.
  • Hanke, S., & Kwok, A. (2009). On the Measurement of Zimbabwe’s Hyperin­flation.Cato Journal, 29 (2), (pp. 353-364).
  • Hill, G. (2003). The Battle for Zimbabwe. Cape Town: Zebra.
  • IMF. (2010). Zimbabwe: Challenges and Policy Options After Hyperinflation.Washington D.C: International Monetary Fund.
  • McIndoe, T. (2009, July 31st). Hyperinflation in Zimbabwe: Money Demand, Seigniorage and Aid Shocks. IIIS discussion paper No. 293. Institute for Inter­national Integration Studies.
  • Noko, J. (2011). Dollarization: The Case of Zimbabwe. The Cato Journal, 31 (2), (p. 339).
  • Richardson, C. (2005), How the Loss of Property Rights Caused Zimbabwe’s Collapse.Economic Development Bulletin, November 14th 2005.
  • Schacht, H. (1967), The Magic of Money, translation by P. Erskine, London: Oldbourne.
  • Sugunan, V. (1997). Fisheries Management of Small Water Bodies in Seven Countries in Africa, Asia and Latin America. Rome: Food and Agriculture Organization, United Nations.
  • The Economist. (2008, July 17th). A Worthless Currency. Retrieved December 7th, 2011.
  • Tibaijuka, A. K. (2005). Report of the Fact-Finding Mission to Zimbabwe to Assess the Scope and Impact of Operation Murambatsvina by the UN Special Envoy on Human Settlements Issues in Zimbabwe. United Nations.

Σχετικά (ενδεικτικά):

  •  
  •  
  •