Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί: Η δημιουργία χρήματος ως οικονομικό εργαλείο στις ΗΠΑ

Παρά τη λαϊκή ρητορική, η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου έκανε χρήση της  εξουσίας της δημιουργίας του χρήματος από το κράτος για να συμβάλει στην τόνωση της παραγωγής. Μαντέψτε! Αυτό δεν οδήγησε σε υπερπληθωρισμό! Η ιστορία έχει πολλά παραδείγματα κυβερνήσεων που με επιτυχία ανέπτυξαν τις οικονομίες τους μέσω κρατικής δημιουργίας του χρήματος. Ενώ καμία από αυτές τις πολιτικές δεν ονομάζονταν, «QE για τους ανθρώπους» (“QE for People”), «Κυρίαρχη δημιουργία χρήματος» (“Sovereign Money Creation”), «Χρήματα από το ελικόπτερο» (Helicopter Money”), ή «Στρατηγικό QE» (“Strategic QE”), μοιράζονταν το κοινό γνώρισμα  ότι χρησιμοποίησαν  τα νεοσυσταθέντα κρατικά χρήματα για τη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών, αντί να στηρίζονται στις εμπορικές τράπεζες για τη δημιουργία νέου χρήματος μέσω του δανεισμού.

Οι φορές όπου η δημιουργία του χρήματος από το κράτος έχει οδηγήσει σε υψηλό πληθωρισμό ή ακόμα και υπερπληθωρισμό (πληθωρισμός άνω του 50% ετησίως) έχουν επαρκώς καταγραφεί. Ωστόσο, οι φορές που οι κυβερνήσεις έχουν δημιουργήσει τα χρήματα με προσεκτικό και υπεύθυνο τρόπο για να αναπτυχθεί η οικονομία συνήθως αγνοούνται ή παραβλέπονται.

Στο Positive Money, θέλουμε να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους φέρνοντας στο φως πολλές μελέτες περιπτώσεων όπου η κρατική δημιουργία χρήματος τόνωσε με επιτυχία την οικονομία χωρίς να οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. Στις προηγούμενες αναρτήσεις μας επί του θέματος, φαίνεται ότι η  θεωρία και η ανάλυση έχουν παραβλεφθεί δημιουργώντας μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση. Δείξαμε ότι παραπλανητικά συμπεράσματα έχουν εξαχθεί από τις περιπτωσιολογικές μελέτες της κρατικής δημιουργίας χρήματος στη Ζιμπάμπουε και στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Δείξαμε επίσης ότι η QE για τους πολίτες συνέβη σε μέρη που δεν θα το περιμέναμε. Στην αρχαία ρωμαϊκή και την κινεζική αυτοκρατορία και την πρώην βρετανική αποικία της Πενσυλβάνιας και το νησί του Guernsey.

Στην πιο πρόσφατη δημοσίευση μας, είδαμε γιατί η Ιαπωνία και η Γερμανία είχαν τόσο επιτυχία στην αναχαίτιση των επιπτώσεων της παγκόσμιας ύφεσης στη χώρα τους τη δεκαετία του 1930. Σήμερα δείχνουμε εν συντομία ότι στο πρώτο μέρος του 20ού αιώνα, η FED δημιούργησε χρήματα για να χρηματοδοτήσει προσωρινά τις κρατικές δαπάνες.

ΗΠΑ (1917-1981)

Σε πρόσφατη δημοσίευση της New York Federal Reserve Bank, ο Kenneth Garbade δείχνει πώς η FED ήταν σε θέση να αγοράσει άμεσα απεριόριστες ποσότητες τίτλων Δημοσίου, μέσω της δημιουργίας αποθεματικών της κεντρικής τράπεζας. Η έκθεση δείχνει ότι μεταξύ 1917-1935, η πρακτική αυτή γίνονταν  συχνά «χωρίς προβλήματα». Όμως, καθώς ο συντηρητικός ανταγωνισμός αυξάνονταν σταδιακά, η πρακτική σταδιακά περιορίστηκε το 1935, και στη συνέχεια εντελώς εγκαταλείφθηκε στη δεκαετία του 1980. Είναι ενδιαφέρον ότι η έκθεση δείχνει ότι οι λόγοι για την απόρριψη αυτού του εργαλείου δεν ήταν οικονομικοί.

 Ο Mitchell (2015) δείχνει ότι σε ένα άρθρο στην εφημερίδα των New York Times (28 Μαρτίου 1917) η FED χρησιμοποίησε αποθεματικά αξίας $ 50,0000 για να αγοράσει νεο-εκδοθέντα Πιστοποιητικά κρατικού θησαυροφυλακίου από την κυβέρνηση. Οι New York Times (1917) ανέφεραν:

«Για να διατηρηθεί το επίπεδο εργασίας του γενικού ταμείου του κρατικού Θησαυροφυλακίου, ο Γραμματέας McAdoo είχε δανειστεί έναντι κρατικών εντόκων γραμματίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) $ 50 εκατομμύρια με 2 τοις εκατό ετησίως … η FED τα ενέγραψε με τέτοια προθυμία ώστε στις 15:00 σήμερα το συνολικό ποσό είχε ληφθεί.»

Στη δημοσίευσή του, ο Garbade κάνει μια επισκόπηση της περιόδου μεταξύ 1917-1935, και δείχνει πώς ήταν κοινή πρακτική για την FED να αγοράζει νέο-εκδοθέντα κρατικά ομόλογα. Όπως σημείωσε ο Μίτσελ (2015), η έκθεση κάνει δύο πολύ σημαντικές επισημάνσεις:

  1. «Η αρχική έκδοση του ομοσπονδιακού ιδρυτικού νόμου της FED παρέχει ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας, διότι η πράξη (ο νόμος) εμμέσως εξουσιοδότησε τις νέες αποθεματικές τράπεζες να αγοράζουν τους τίτλους απευθείας από το Υπουργείο Οικονομικών».
  1. «Οι τράπεζες έκαναν ενεργό τη χρήση της εξουσίας τους «να αγοράζουν απευθείας» κατά τη διάρκεια, και για μια δεκαπενταετία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το Κογκρέσο έκανε ενέργειες για να απαγορεύσει τις απευθείας αγορές το 1935, αλλά άλλαξε την πορεία του και προβλέφθηκε μια περιορισμένη «εξαίρεση» κατά τη διάρκεια του πολέμου το 1942.  Η «εξαίρεση» ανανεώνονταν από καιρό σε καιρό μετά την ολοκλήρωση του πολέμου, αλλά τελικά επετράπη να λήξει το 1981.» Η έκθεση ουσιαστικά έδειξε ότι μεταξύ των ετών 1917-1935, όποτε το Κρατικό θησαυροφυλάκιο των ΗΠΑ είχε έλλειψη ρευστότητας από μετρητά θα μπορούσε να βασίζεται στις δυνάμεις δημιουργίας χρήματος από τη FED.

Έτσι, οι δυνάμεις δημιουργίας χρήματος της FED δεν χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο της νομισματικής πολιτικής, αλλά περισσότερο σαν ένα προσωρινό οικονομικό εργαλείο. Αυτό εξηγεί ίσως γιατί οι δυνάμεις δημιουργίας χρήματος της FED δεν χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για να βοηθήσουν στην τόνωση της οικονομίας στον απόηχο της οικονομικής κρίσης του 1929. Ο Garbade έπειτα δείχνει ότι το 1935 ένας νέος τραπεζικός νόμος προτάθηκε, ο οποίος θα απέτρεπε τη FED από το να αγοράζει κρατικές τίτλους άμεσα, αναγκάζοντας την FED να αγοράσει τους τίτλους από τη δευτερογενή αγορά.

Πριν η γερουσία ψηφίσει το νέο νόμο, διαπιστώθηκε από την επιτροπή που εποπτεύει τη νομοθεσία, την αμερικανική τραπεζική και νομισματική επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων, ότι υπήρχε πολύ μικρή διαφορά μεταξύ του να αγοράζει η FED κρατικά ομόλογα από τη πρωτογενή ή τη δευτερογενή αγορά:

«Δεν υπάρχει καμία λογική στη διαφοροποίηση εις βάρος  των τίτλων [που διανέμονται στην δευτερογενή αγορά] , που είναι στη πράξη υποχρεώσεις της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες διαφέρουν από άλλες αντίστοιχες υποχρεώσεις μόνο στο ότι δεν διανέμονται άμεσα από την κυβέρνηση.» Όπως ο Μίτσελ σημειώνει «Με άλλα λόγια, ήταν παραπλανητικό να απαγορευτεί στην κεντρική τράπεζα από το να αγοράζει χρέος από το Θησαυροφυλάκιο άμεσα, ενώ θα μπορούσε απλά να δώσει σήμα στις ιδιωτικές αγορές ομολόγων κατά την έκδοση, ότι θα αγοράσει απεριόριστες ποσότητες ομολόγων από αυτούς (έμμεσα).»

Ενώ η Επιτροπή Τραπεζικής κατανόησε την παρατήρηση αυτή, το υπόλοιπο της Γερουσίας των ΗΠΑ όμως όχι, και (τελικά) ο νόμος ψηφίστηκε. Σύμφωνα, με τον Galbrade, η πραγματική αιτία για τη νέα νομοθεσία στην πραγματικότητα ποτέ δεν εξηγήθηκε από τη Γερουσία. Παρ ‘όλα αυτά, το 1942 η νομοθεσία χαλάρωσε έτσι ώστε η FED θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ικανότητα να δημιουργεί χρήμα για να χρηματοδοτήσει τις στρατιωτικές δαπάνες. Με την Αμερική να αρχίζει να λαμβάνει μέρος στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το κράτος των ΗΠΑ χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες φθηνής χρηματοδότησης που ο ιδιωτικός τομέας ήταν γενικά απρόθυμος να παράσχει. Ακόμα και ο πρόεδρος της FED εκείνη τη στιγμή υποστήριζε την αγορά ομολόγων απευθείας από το Υπουργείο Οικονομικών, καθώς έτσι:

 «… δεν θα χρειαζόταν το Υπ.Οικ. να προσφέρει προς πωληση τίτλους δημοσίου στην ελεύθερη αγορά σε μια εποχή που η αγορά ήταν πεσμένη και μια επιπρόσθετη δημόσια προσφορά θα μπορούσε να προσθέσει στην σύγχυση και την πτώση της αγοράς και να προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά στην πιστοληπτική εικόνα της Κυβέρνησης καθώς και στους κατόχους των κυκλοφορούντων τίτλων δημοσίου χρέους.»

Ως εκ τούτου, πέρασε μια τροπολογία που θα επέτρεπε στην FED να αγοράσει νέο-εκδοθέντα κρατικά ομόλογα αξίας έως και $5 δισεκατομμύρια. Η νομοθεσία αυτή παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1981.

Γιατί δημιουργία χρήματος δεν πρέπει πάντα να οδηγεί σε υπερπληθωρισμό

Σε ένα εξαιρετικά απλοϊκό επίπεδο, η κύρια οικονομική θεωρία συχνά υποδηλώνει ότι η μακροπρόθεσμη τιμή του πληθωρισμού είναι η συνέπεια του αποθέματος χρήματος που αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά των αγαθών. Με περισσότερα χρήματα στις τσέπες τους, οι καταναλωτές θα απαιτήσουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες. «Αυτοί που θέτουν τις τιμές» (δηλαδή οι επιχειρήσεις και οι πωλητές) θα παρατηρήσουν το αυξημένο επίπεδο της ζήτησης σε σχέση με τη διαθέσιμη προσφορά, και αυτό θα αυξήσει την τιμή των αγαθών και των υπηρεσιών τους, με αποτέλεσμα τον πληθωρισμό.

Σε αυτήν την κατάσταση, υπάρχει ένα αυξημένο ποσό των χρημάτων που «κυνηγά» την αντίστοιχη ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που παρέχεται. Έτσι, σύμφωνα με αυτή την απλή θεωρία, αυξάνοντας την ποσότητα του χρήματος στην οικονομία ταχύτερα από την παροχή αγαθών και υπηρεσιών οδηγεί σε πληθωρισμό. Ωστόσο, όπως ο εξέχων οικονομολόγος John Maynard Keynes πρότεινε, η δημιουργία νέου χρήματος δεν συνεπάγεται πάντα τον πληθωρισμό τιμών. Αν το νέο χρήμα δημιουργείται και δαπανάται για την παραγωγή νέων προϊόντων και υπηρεσιών, τότε η παροχή αγαθών και υπηρεσιών αυξάνεται παράλληλα με τη ζήτηση.

Σε αυτήν την περίπτωση έχετε αυξημένο ποσό των χρημάτων που κυνηγούν μια αυξημένη ποσότητα των αγαθών και των υπηρεσιών που παρέχονται. Ο πληθωρισμός δεν θα συμβεί, εάν ο ρυθμός αύξησης της προσφοράς είναι γενικά ανάλογος με το ρυθμό αύξησης της ποσότητας χρήματος. Αυτό εξηγεί γιατί πολλές κυβερνήσεις, όπως η μελέτη περιπτώσεων σε όλη αυτή τη σειρά των άρθρων έχει δείξει, είχαν  τη δυνατότητα να αναπτύξουν επιτυχώς την οικονομία τους μέσα από την προσεκτική και υπεύθυνη χρήση της δημιουργίας χρήματος. Οι οικονομίες τους υπολειτουργούσαν και το νέο χρήμα δημιουργήθηκε και κατανεμήθηκε στους τομείς που λειτουργούσαν κάτω από τις δυνατότητές τους.

Το νέο χρήμα που δημιουργήθηκε μπόρεσε να διοχετευθεί στους τομείς που οι πόροι και οι εισροές ήταν σε αδράνεια, αυξάνοντας, με αυτόν τον τρόπο, την προσφορά των αγαθών και των υπηρεσιών. Καθώς η προσφορά (παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών) και η ζήτηση (η δημιουργία νέου χρήματος) σε γενικές γραμμές αυξήθηκαν παράλληλα και σε συνδυασμό, αποφεύχθηκαν τα υψηλά επίπεδα του πληθωρισμού.

Πηγή:

Η δημοσίευση είναι μετάφραση από το άρθρο με τίτλο: «Not My First Rodeo: QE for People in the USA» από τον Frank Van Lerven  και δημοσιεύτηκε στο positivemoney.org στις 5 Φεβρουαρίου του 2016.

Σχετικά (ενδεικτικά):

  •  
  •  
  •